ΔΙΕΚ ΝΕΑΠΟΛΗΣ
Ειδικότητα
Αρχιτεκτονική και εσωτερική
διακόσμηση χώρου και σχεδιασμός αντικειμένου.
Μάθημα Ιστορία της τέχνης: Αρχαίοι
και μεσαιωνικοί χρόνοι
Μαθημα:
Η μεγάλη αφύπνιση: H Ελλάδα από τον 7ο έως
τον 5ο αιώνα π.χ πρώτο μέρος
Καθηγητής: Πετρόπουλος Δημήτρης -
Πτυχούχος σχολής καλών τεχνών.
Οι πρώτες
μορφές της τέχνης γεννήθηκαν σε χώρες που τις κυβερνούσαν ανατολίτες τύραννοι,
τις απέραντες χώρες των οάσεων όπου ο ήλιος καίει ανελέητα και όπου μόνο η γη
που αρδεύεται από τα ποτάμια είναι παραγωγική. Οι μορφές αυτές σχεδόν έμειναν
αναλοίωτες επι χιλιάδες χρόνια
Ο 7ος αιώνας
είναι γνωστός ως ανατολίζουσα περίοδος της αρχαίας ελληνικής τέχνης, επειδή
αυτή την εποχή σημειώνεται κατεξοχήν εισροή ανατολικών θεμάτων και κοσμημάτων
σε όλες τις κατηγορίες των μνημείων. Το λιοντάρι, η σφίγγα ,ο γρύπας, τα άνθη
του λωτού, τα ανθέμια, εισάγονται αθρόα από την ανατολή για να καλύψουν την
ανάγκη της ελληνικής τέχνης για περισσότερο φυσιοκρατικές παραστάσεις.
Όλα πάντως αυτά τα θέματα μεταπλάθονται, δεν αντιγράφονται
απλά, και έτσι ο χαρακτήρας των συνθέσεων και γενικά των παραστάσεων διαφέρει
σαφώς από εκείνον αντίστοιχων παραστάσεων της Ανατολής, είναι δηλαδή καθαρά
ελληνικός.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιδιαιτερότητα της γεωγραφικής
μορφολογίας του χώρου έπαιξε τον ρόλο της στην διαμόρφωση του αιγαιακού
πολιτισμού. Και στην ελληνική περίοδο αυτή η επίδραση του τόπου συμβάλλει στη
διαμόρφωση του χαρακτήρα των ανθρώπων
που δημιούργησαν, όπως γίνεται παραδεκτό από όλους, ένα καλλιτεχνικό επίπεδο
κορυφαίο, ρωμαλέο όσο και αξεπέραστο. Είναι άνθρωποι που ζουν σε χώρο πολύφωνο
και εναλλακτικό ως προς τις εντυπώσεις και τα ερεθίσματα. Εναλλαγή ξηράς και
θάλασσας, βουνών και πεδιάδων εύφορης και άγονης γης. Οι χώροι της Αιγύπτου και
της Μεσοποταμίας, συγκρινόμενοι με το ελληνικό τοπίο μοιάζουν μονότονοι,
αμετάβλητοι και φτωχοί σε ερεθίσματα και προκλήσεις. Εδώ η ξηρά και η θάλασσα, τα
νησιά και οι παραλίες με τα άπειρα λιμάνια και αγκυροβόλια σπρώχνουν τον
κατοικό τους σε κίνηση και επαγρύπνηση.
Λαός συντηρητικός και αγροτικός αρχικά, οι ινδοευρωπαϊκής καταγωγής έλληνες με
έντονο το αίσθημα της τάξης και του μέτρου, αντιδρούν με ευελιξία και τόλμη
στον νέο χώρο της επιλογής τους και εξελίσσονται σε ναυτικό έθνος εμπόρων με
οξύνοια, φαντασία και πρακτικότητα.
Στους πρώτους
λοιπόν αιώνες της κυριαρχίας τους (1000 πχ κατεβαίνουν από την ευρώπη πολεμικές
φυλές στην βραχόσπαρτη ελληνική χερσόννησο και στις ακτές της μικράς ασίας) στην
Ελλάδα η τέχνη των φυλών αυτών ήταν τραχιά και πρωτόγονη (από μυκηναϊκούς σε
γεωμετρικούς χρόνους ελληνικός μεσαίωνας,900-700 π.χ γεωμετρικός χαρακτήρας
όλων των καλλιτεχνικών και μη δημιουργιών αυτής της περιόδου.) Τίποτα δεν
θυμίζει την χαρούμενη κίνηση της κρητικής τέχνης και την περίτεχνη διακόσμηση
των αγγείων της μυκηναϊκής. Τα αγγεία διακοσμούνται με απλά γεωμετρικά σχήματα (εικόνα
46) παριστάνει το θρήνο για ένα νεκρό.
Η απλότητα και η σαφήνεια αυτής της διάταξης υπάρχει και στον
αρχιτεκτονικό ρυθμό των πρώτων εκείνων χρόνων.
Δεν υπάρχει τίποτα το περιττό στα τα κτίρια. Πιθανόν οι πρώτοι
απ' αυτούς τους ναούς να ήταν χτισμένοι από ξύλο, να είχαν μόνον ένα μικρό
περιτοιχισμένο δωμάτιο όπου βρίσκονταν το ομοίωμα του θεού και γύρω γύρω γερούς
στύλους που να κρατάνε το βάρος της σκεπής. Το 600 π.χ οι έλληνες άρχισαν να
αντιγράφουν τα απλά αυτά κτίρια σε πέτρα. Οι ξύλινοι στύλοι έγιναν κίονες που
υποστήριζαν ισχυρά πέτρινα δοκάρια. Τα δοκάρια αυτά λέγονταν επιστύλια και
ολόκληρη η ενότητα που στηρίζονταν στον κίονα θριγκός. Το εκπληκτικό στοιχείο
στους απλούς αυτούς ναούς ήταν η απλότητα και η αρμονία του συνόλου.
Αν οι
κατασκευαστές είχαν χρησιμοποιήσει απλούς τετράγωνους στύλους ή κυλινδρικούς
κίονες ο ναός θα φαινότανε βαρύς και άγαρμπος. Αυτοί αντίθετα φρόντισαν να
σχεδιάσουν τους κίονες με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιάζουν στην μέση μια
ελάχιστη διόγκωση και να λεπταίνουν όσο ανεβαίνουν προς τα πάνω. Μοιάζουν έτσι
σαν να έχουν κάποια ελαστικότητα, σαν να τους πιέζει ελαφρά το βάρος της
σκεπής, χωρίς όμως να τους παραμορφώνει. Θα έλεγε κανείς πως είναι ζωντανά
πλάσματα που σηκώνουν άνετα το φορτίο τους.
οι έλληνες δηλαδή είδαν, τα χοντροκομμένα συνήθως πρακτικά γεωμετρικά
σχήματα τεράγωνο, τρίγωνο, κύκλος , που
χρησιμοποιούσαν οι Αιγύπτιοι χωρίς θεωρητική επεξεργασία, με μια οπτική αφαιρετική
καθαρότητα. Και αυτό χάρη στην έμφυτη καλλιτεχνική τους κλίση, και στην
αφηρημένη τους αντίληψη, κατόρθωσαν να συνειδητοποιήσουν ότι ένα ορισμένο
γεωμετρικό σχήμα έχει αναλλοίωτες εσωτερικές ιδιότητες ανεξάρτητα από το μέγεθος
του. Έτσι ένα τετράγωνο ή ένα τρίγωνο μπορεί να μεγαλώσει μέχρι το φεγγάρι ή να
μικρύνει όσο το κεφάλι μιας καρφίτσας αλλά το σχήμα και η αναλογία του να μην
αλλάξει έστω και αν αλλάζουν τα μετρικά δεδομένα.
Αυτό που
φαίνεται σήμερα αυτονόητο, τότε κανείς άλλος εκτός από το π,χ θαλή τον Μιλήσιο και τον πυθαγόρα της Σάμου
που συνεργάζονταν πάνω σε τέτοιους θεωρητικούς προβληματισμούς δεν είχε
καταφέρει να δει αυτές τις σχέσεις ελεύθερα και ανεξάρτητα από το κτίριο της
μεσοποταμίας και της Αιγύπτου. Το πυθαγόρειο θεώρημα π.χ που το ήξεραν πρακτικά
οι βαβυλώνιοι, το απέδειξαν οι έλληνες και προχώρησαν και σε άλλες παρόμοιες
προσεγγίσεις, για να δώσουν την δυνατότητα στους ξυλουργούς και στους
οικοδόμους να μπορούν να ελέγχουν τις κατασκευές τους και να φτάνουν σε τέλειες
και ακριβείς μορφές τρισδιάστατων δομημάτων
στον χώρο όπως π.χ οι καμπυλότητες των ευθειοτήτων του Παρθενώνα (οπτική
εκλέπτυνση της ελληνικής αρχιτεκτονικής).
Οι ζωγράφοι ήταν ακόμη πιο διάσημοι στην εποχή τους από τους
γλύπτες και ο μόνος τρόπος για να σχηματίσουμε μια ιδέα για την πρώιμη
ζωγραφική των αρχαίων Ελλήνων είναι να δούμε τις παραστάσεις στα κεραμικά τους.
Τα ζωγραφισμένα αυτά δοχεία λέγονται γενικά αγγεία και χρησιμοποιούνταν συνήθως
για κρασί και λάδι.
Η μεγάλη επανάσταση της ελληνικής τέχνης η ανακάλυψη της
φυσικής μορφής και βράχυνσης συνέβη σε μια εποχή που μπορεί να θεωρηθεί γενικά
η πιο εκπληκτική στην ανθρώπινη ιστορία. Είναι η εποχή που οι άνθρωποι στις
Ελληνικές πόλεις αρχίζουν να αμφισβητούν τις παραδόσεις και τους μύθους που
αφορούσαν τους θεούς και ερευνούν δίχως προκατάληψη την φύση των πραγμάτων.
Είναι η εποχή που γεννιούνται η φιλοσοφία και η επιστήμη και που ξεπηδά το
θέατρο από τις τελετές προς τιμήν του Διόνυσου. Δεν πρέπει ωστόσο να νομίσουμε
πως οι καλλιτέχνες ανήκαν τότε στην τάξη των διανοούμενων. Οι πλούσιοι που
διοικούσαν τις πόλεις και που περνούσαν τον καιρό τους στην αγορά με
ατελεύτητες συζητήσεις ίσως ακόμη και οι ποιητές και οι φιλόσοφοι
,αντιμετώπιζαν συνήθως με συγκατάβαση τους γλύπτες και τους ζωγράφους. Οι
καλλιτέχνες δούλευαν με τα χέρια και το έκαναν για να βγάλουν το ψωμί τους.
Εργάζονταν στα χυτήρια ιδρωμένοι και βρώμικοι, μοχθούσαν σαν τον κοινό σκαφτιά.
Δεν μπορούσαν λοιπόν να θεωρηθούν μέλη της καλής κοινωνίας. Ο ρόλος τους ωστόσο
στη ζωή της πόλης ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερος από το ρόλο του αιγύπτιου ή του
ασσύριου τεχνίτη, γιατί οι περισσότερες ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα η Αθήνα
ήταν δημοκρατίες όπου αυτοί οι ταπεινοί εργάτες περιφρονημένοι από τους
υπεροπτικούς πλούσιους μπορούσαν ωστόσο να μετέχουν ως ένα βαθμό στη διαχείριση
των κοινών.