ΔΙΕΚ ΝΕΑΠΟΛΗΣ
Ειδικότητα :
Αρχιτεκτονική και εσωτερική
διακόσμηση χώρου και σχεδιασμός αντικειμένου.
Ιστορία της τέχνης : Μάθημα - Ελληνιστικοί χρόνοι Μέρος
πρώτο
Καθηγητής: Πετρόπουλος Δημήτρης - Πτυχιούχος
σχολής καλών τεχνών.
Πολιτικοκοινωνικό
πλαίσιο της ελληνιστικής εποχής.
Ο θεσμός της
πόλης κράτους δέχτηκε αποφασιστικά χτυπήματα από τον Φίλιππο τον Β΄, τον Μέγα
Αλέξανδρο και τους διαδόχους τους. Την θέση των υπεύθυνων πολιτών παίρνουν τώρα
οι 'ανεύθυνοι' υπήκοοι των μεγάλων ελληνιστικών βασιλείων οι οποίοι ανήκουν σε
διάφορες εθνότητες, έχουν διαφορετικές παραδόσεις και θρησκείες, μιλούν
διαφορετικές γλώσσες. Τα πάντα απορρέουν και επιστρέφουν στον Μονάρχη, που
κυβερνά με απόλυτη εξουσία, χαρισματικά δοσμένη από τους θεούς, από τους
οποίους έλκει την καταγωγή του και με τους οποίους εξομοιώνεται.
Ενώ στην αρχή
σημειώνεται άνοδος του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων του παλαιού ελληνικού
χώρου, αποτέλεσμα της εισροής άφθονου χρήματος από τους μισθοφόρους Έλληνες
στρατιώτες του Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, (χρήμα που προέρχοταν από τα
βασιλικά ταμεία της Ανατολής) στην συνέχεια οι δυνατότητες αύξησης και
βελτίωσης της παραγωγής θα εξαντληθούν
με αποτέλεσμα όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού να 'προλεταριοποιούνται'
εξαιτίας της οικονομικής απομύζησης τους από τους μονάρχες και της
αντικειμενικής αδυναμίας τους να καταβάλουν τους επιβαλλόμενους φόρους. Κάτω
από αυτές τις συνθήκες οι υπήκοοι των ελληνιστικών βασιλείων ανεξάρτητα από
εθνικότητα και χωρίς την δυνατότητα να παρέμβουν στα πολιτικά πράγματα,
στρέφονται στον εαυτό τους, στην ιδιωτική σφαίρα, παρακινούμενοι και από τα
φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής (κυνικούς, επικούρειους, στωϊκούς) που
θεωρητικοποιούν ότι έχει ήδη επιβληθεί από ιστορική αναγκαιότητα. Αυτή η στροφή
διαπιστώνεται ταυτόχρονα όπως είναι φυσικό, στη λογοτεχνία, (νέα κωμωδία,
βουκολική ποίηση, μίμοι ) και στην τέχνη.
Με αφετηρία
στην αρχιτεκτονική παράδοση του 4ου αι.
π.χ διαμορφώνονται οι αρχιτεκτονικές αντιλήψεις των ελληνιστικών χρόνων. Τρεις
είναι συνήθως οι γνωστοί ρυθμοί της ελληνικής αρχιτεκτονικής, ο δωρικός, ο
ιωνικός και ο κορινθιακός όχι όμως αμιγείς, όπως παλιότερα αλλά σε ποικίλους
συνδυασμούς και συνθέσεις με στόχο το καλύτερο διακοσμητικό αποτέλεσμα. Το
κορινθιακό κιονόκρανο χρησιμοποιείται τώρα και στο εξωτερικό των οικοδομημάτων
. Οι αναλογίες των κτηρίων αλλάζουν
επίσης, έτσι ώστε τα τυπικά και λιτά οικοδομήματα των κλασικών χρόνων να δίνουν
την θέση τους σε 'άτυπα' και πομπώδη με έντονο 'ζωγραφικό' χαρακτήρα αντί του
πλαστικού 'χαρακτήρα'. Το εσωτερικό των ναών γίνεται πολύ πιο ευρύχωρο και οι
κίονες των πτερών αραιότεροι, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα τη ζωηρότερη
εναλλαγή φωτός - σκιάς και το τονισμό του "ζωγραφικού
"χαρακτήρα" των κτηρίων. Η σαφής προτίμηση του Ερμογένη στον Ιωνικό
ρυθμό ανταποκρίνεται ασφαλώς στην κλίση της ελληνιστικής αρχιτεκτονικής σε έργα
"ζωγραφικού" και διακοσμητικού χαρακτήρα καθώς και στην υιοθέτηση του
ιλλουζιονιστικού σκιοφωτισμού ως συστατικού της στοιχείου.
Άλλο
χαρακτηριστικό της ελληνιστικής αρχιτεκτονικής είναι η ανέγερση όχι
μεμονομένων, αυτόνομων στη συλληψή τους οικοδομημάτων αλλά αρχιτεκτονικών
συνόλων με ενιαία αντίληψη του χώρου. Τα σύνολα αυτά τείνουν ν' αγκαλιάσουν τον
επισκέπτη και τον προκαλούν να επισκεφτεί τα ενδότερα όπου τα κυρίως ιερά
οικοδομήματα, οι ναοί με τους βωμούς.
Ο βωμός της
Αθηνάς και του Διά στην Πέργαμο (181-159 π.χ) φανερώνει με τον πιο εύγλωττο
τρόπο την αγάπη σε μνημειακές κατασκευές και εκφράζει χαρακτηριστικά τις
φιλοδοξίες των ηγεμόνων της εποχής.
Πλαστική
Στην πλαστική
αυτής της εποχής παρατηρείται μεγάλη αλλαγή όχι μόνο στην τεχνοτροπία των έργων
αλλά και στα θέματα που επιλέγονται από τους γλύπτες και τους πατρώνες τους. Τα
θέματα της ελληνιστικής πλαστικής
χαρακτηρίζονται από αυτά της καθημερινής ζωής, τις ρωπογραφίες και τα θέματα
ιδιωτικού χαρακτήρα, με έντονο άλλοτε το
παιχνιδιάρικο -ειδυλλιακό και άλλοτε το δραματικό στοιχείο. Ο άνθρωπος δεν
παριστάνεται ως υπεύθυνος πολίτης (τυπικός εκπρόσωπος της πόλης - κράτους) αλλά
ως άτομο με τα προσωπικά-εξατομικευμένα στοιχεία του.
Η παράσταση
των προσώπων δεν έχει διαχρονικό χαρακτήρα αλλά στιγμιαίο προσωρινό. Φυσικό
ήταν επομένως ν' αναπτυχθεί ιδιαίτερα αυτή την εποχή η τέχνη του εικονιστικού
αγάλματος-του πορτραίτου -με τα ατομικά χαρακτηριστικά του απεικονιζόμενου.
Φυσική συνέπεια αυτής της τάσης είναι οι τύποι γκροτέσκοι και οι δύσμορφοι,
νάνοι, γριές , ψαράδες, νέγροι να ελκύουν τους γλύπτες της εποχής. Τα γλυπτά
εξάλλου της ελληνιστικής εποχής δεν έχουν πια μόνο θρησκευτικό χαρακτήρα αλλά
και κοσμικό. Δεν ανατίθεται μόνο στα ιερά ή δεν στήνονται μόνο πάνω σε τάφους
αλλά διακοσμούν δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Μεγάλη άνθηση παρουσιάζουν τα
συμπλέγματα, προορισμένα συχνά για την διακόσμηση κρηνών με χαριτωμένα θέματα
αρπαγής Νυμφών από Σάτυρους. Η αλλαγή στο πνεύμα της γλυπτικής είναι φανερή και
στα αγάλματα των θεών. Ο χαρακτήρας τους όταν δεν είναι καθαρά αισθησιακός,
όπως στα αγάλματα της Αφροδίτης είναι θεατρικός πομπώδης,κενός και ψυχρός. Τα
κέντρα της πλαστικής της ελληνιστικής εποχής έχουν μετατοπισθεί από την κυρίως
Ελλάδα στις μεγάλες πόλεις της Ανατολής και των νησιών, επειδή αυτά είναι
συγχρόνως και τα μεγάλα οικονομικά και πολιτικά κέντρα της εποχής : Πέργαμος,
γενικά πόλεις Μ. Ασίας, Αλεξάνδρεια, Ρόδος, Δήλος. Η Αττική και τα κέντρα της
πελοποννησιακής γλυπτικής έχουν συντηρητικό χαρακτήρα επειδή η ισχυρή κλασική
παράδοση δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια, για νέες δημιουργίες αλλά κυρίως επειδή
από τα κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας απουσιάζει το νέο ηγεμονικό πνεύμα και ο
κοσμοπολίτικος χαρακτήρας, που αποτέλεσαν το υπόβαθρο της ελληνιστικής πλαστικής.
Πρώιμη Ελληνιστική Πλαστική
Ο ανδριάντας του
Δημοσθένη, έργο του Αθηναίου γλύπτη Πολύευκτου
γύρω στο 280 π.χ, που σώζεται σε
πολλά αντίγραφα, φανερώνει την εχθρική διάθεση του γλύπτη για το άνοιγμα της μορφής στο χώρο. Η στάση
της μορφής, η κλίση του κεφαλιού, η στάση των χεριών ορίζουν αυστηρά την μία
κύρια όψη του έργου, η οποία είναι σχεδόν μετωπική. Παράλληλα η σκληρή μονότονη
απόδοση των πτυχών η εγγραφή του πάνω κορμού σε ένα εξάγωνο, που ορίζεται από
τα χέρια, τους ώμους και το κεφάλι, φανερωνούν αυστηρή μαθηματική σύλληψη της
μορφής.
Έτσι το πρωτότυπο μαρμάρινο άγαλμα της
θέμιδας από το Ραμνούντα της Αττικής έργο του Χαιρέστρατου, γυιού του
Χαιρέδημου, χαρακτηρίζεται από την ίδια μονότονη και στεγνή καλλιτεχνική γλώσσα
και από την ίδια την εχθρότητα για το άνοιγμα της μορφής στο χώρο. Όλα αυτά τα
έργα αποτελούν τυπικά δείγματα της αρχής του απλού ρυθμού, όπως ονομάζεται το
στυλ της πρώϊμης φάσης της ελληνιστικής πλαστικής. Η εχθρική προς το άνοιγμα
των μορφών στο χώρο τάση θα υποχωρήσει σιγά σιγά, όσο προχωρεί 3ος αι. π.χ και
πλησιάζει η ώριμη φάση της ελληνιστικής πλαστικής. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά,
όταν συγκριθεί ο Αδριάντας του Δημοσθένη με το πρωτότυπο μαρμάρινο άγαλμα του
φιλοσόφου στους Δελφούς από τα μέσα του 3ου αιώνα π.χ. Η στροφή του κεφαλιού
προς τα δεξιά της μορφής και το απλωμένο στο πλάι δεξί χέρι ανοίγουν την μορφή
προς αυτή την πλευρά. Παράλληλα οι πτυχές έχουν αποκτήσει πλαστικό όγκο ενώ οι
σωματικές μορφές διαγράφονται καθαρότερα κάτω από το ένδυμα.