ΔΙΕΚ ΝΕΑΠΟΛΗΣ
Ειδικότητα
Αρχιτεκτονική και εσωτερική
διακόσμηση χώρου και σχεδιασμός αντικειμένου.
Μάθημα Ιστορία της τέχνης: Αρχαίοι
και μεσαιωνικοί χρόνοι
Μαθημα:
Η μεγάλη αφύπνιση: H Ελλάδα από τον 7ο έως
τον 5ο αιώνα π.χ τρίτο μέρος
Καθηγητής: Πετρόπουλος Δημήτρης -
Πτυχιούχος σχολής καλών τεχνών.
Η ελληνική τέχνη έφτασε στο ύψιστο σημείο της εξέλιξής της
όταν η Αθηναϊκή δημοκρατία βρισκόταν στην ακμή της. Αφού οι Αθηναίοι νίκησαν
τους Πέρσες, ο δήμος με ηγέτη τον Περικλή, άρχισε να ξαναχτίζει όσα είχαν
καταστρέψει οι εχθροί. Το 480 π.χ οι ναοί πάνω στον ιερό βράχο, την ακρόπολη,
είχαν καεί και λεηλατηθεί από τους Πέρσες. Ξαναχτίστηκαν τώρα από μάρμαρο, με
μια λαμπρότητα και μια ευγένεια που δεν είχε γνωρίσει ως τότε ο κόσμος. Ο
Περικλής δεν ήταν υπεροπτικός. Από τους αρχαίους συγγραφείς συμπεραίνουμε πως
φερόταν στους καλλιτέχνες σαν να ήταν ίσοι του. Εμπιστεύθηκε τα σχέδια των ναών
στον Αρχιτέκτονα Ικτίνο και ανέθεσε στο γλύπτη Φειδία να φτιάξει τις μορφές των
θεών και να επιβλέψει την διακόσμηση των ναών.
Διαβάζουμε στην Αγία γραφή πως οι προφήτες αναθεμάτιζαν τη
λατρεία των ειδώλων. Π.χ σε ένα χωρίο ο Ιερεμίας (Μεγάλος προφήτης) αυτό που εννοούσε ήταν ότι τα είδωλα της
Μεσοποταμίας τα φτιαγμένα από ξύλο και πολύτιμα μέταλα.
Όταν βλέπουμε τις σειρές τα λευκά μαρμάρινα αγάλματα της
κλασικής αρχαιότητας στα μεγάλα μουσεία, ξεχνάμε συχνά πως ανάμεσά τους
βρίσκονται και τα είδωλα για τα οποία μιλάει η Αγία Γραφή: ότι οι άνθρωποι
προσεύχονταν μπροστά τους, τους πρόσφεραν θυσίες με μαγικά ξόρκια, και χιλιάδες
και μυριάδες προσκυνητές τα πλησίαζαν ίσως με φόβο κι ελπίδα και αναρωτιόνταν,
όπως λέει ο προφήτης, μήπως τα αγάλματα και οι σκαλισμένες μορφές ήταν και αυτά
θεοί. Ο λόγος άλλωστε που καταστράφηκαν όλα σχεδόν τα γνωστά αγάλματα της
αρχαιότητας ήταν επειδή μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, θεωρήθηκε πράξη
ευσέβειας να καταστρέφονται τ' αγάλματα τω θεών της ειδωλολατρίας. Τα γλυπτά
στα μουσεία μας είναι κυρίως ρωμαϊκά αντίγραφα, φτιαγμένα για συλλέκτες και
ταξιδιώτες που τ' αγόραζαν για ενθύμιο και για να διακοσμούν κήπους ή δημόσια
λουτρά. Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες γι' αυτά τα αντίγραφα, αφού μας δίνουν μια
αμυδρή έστω εικόνα των γνήσιων αριστουργημάτων της αρχαίας ελληνικής τέχνης.
Αυτές όμως οι μέτριες απομιμήσεις μπορεί
να' ναι παραπλανητικές αν δεν χρησιμοποιούσαμε και την φαντασία μας. Σε αυτές
οφείλεται, σε σημαντικό βαθμό η τρέχουσα άποψη ότι η ελληνική τέχνη ήταν άψυχη,
ψυχρή και ανούσια και πως τα γλυπτά είχαν αυτή την γήινη όψη και την κενή
έκφραση που θυμίζουν παλιές σχολές ζωγραφικής.
Το χρυσοελεφάντινο
άγαλμα της Αθηνάς Παλλάδας του Παρθενώνα
Το ρωμάϊκο αντίγραφο
π.χ του μεγάλου αγάλματος της παλλάδας Αθηνάς που είχε φτιάξει ο Φειδίας για το
ιερό της στο Παρθενώνα δεν φαίνεται ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Πρέπει να
καταφύγουμε σε παλιές περιγραφές και να προσπαθήσουμε να φανταστούμε πως ήταν
στην πραγματικότητα: Ένα γιγάντιο ξύλινο ομοίωμα, ως έντεκα μέτρα ύψος, ψηλό
σαν δέντρο, ντυμένο ολόκληρο με πολύτιμο υλικό - η πανοπλία και τα ρούχα από
χρυσάφι, το δέρμα από ελεφαντόδοντο. Η ασπίδα και ορισμένα μέρη της πανοπλίας
είχαν έντονα λαμπερά χρώματα, και τα μάτια ήταν καμωμένα από χρωματιστά
πετράδια. Η χρυσή περικεφαλαία της θεάς ήταν στολισμένη με γρύπες. Τα μάτια
ενός τεράστιου φιδιού, που ήταν κουλουριασμένο μέσα στην ασπίδα της θα ήταν φτιαγμένα
κι αυτά, ασφαλώς, από λαμπερά πετράδια.
Η παλλάς
Αθηνά, όπως την είδε ο Φειδίας, και όπως την παρέστησε ήταν κάτι περισσότερο
από απλό είδωλο ενός δαίμονα. Όλοι (πηγές) συμφωνούν πως αυτό το άγαλμα είχε
μια ευγένεια που δημιουργούσε εντελώς διαφορετική εντύπωση για τον χαρακτήρα
και την σημασία των θεών. Η δύναμη της δεν βασίζονταν στην μαγεία αλλά στην
ομορφιά της. Οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν τότε ότι η τέχνη του Φειδία έδωσε στους
Έλληνες μια νέα έννοια του θείου.
Τα δυό μεγάλα έργα του
Φειδία, η Αθηνά και το πασίγνωστο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, χάθηκαν για
πάντα, σώθηκαν όμως οι ναοί όπου ήταν τοποθετημένα, και μαζί με αυτούς μερικά
διακοσμητικά στοιχεία που χρονολογούνται από την ίδια εποχή. Ο ναός της
Ολυμπίας είναι ο αρχαιότερος. Άρχισε να χτίζεται στο 470 π.χ και τέλειωσε πριν
το 457 π.χ. Στις μετόπες πάνω από το επιστύλιο, παριστάνονταν οι άθλοι του
Ηρακλή (τα μήλα των εσπερίδων).
Σ' αυτή την μετόπη στον άθλο του Ηρακλή καταλαβαίνουμε
ότι διασώζεται ακόμη εδώ η επίδραση των
κανόνων που ρύθμιζαν την τέχνη των αιγυπτίων. Αλλά αισθανόμαστε ότι το
μεγαλείο, η μεγαλοπρεπή γαλήνη και δύναμη των ελληνικών γλυπτών οφείλονται, ως
ένα βαθμό και στην τήρηση των αρχαίων κανόνων. Γιατί οι κανόνες αυτοί δεν είναι
πια εμπόδιο που περιορίζει την ελευθερία του καλλιτέχνη. Η παλαιά αρχή που
απαιτούσε από τον καλλιτέχνη να δείξει την δομή του σώματος ,τον ώθησε να
μελετήσει την ανατομία των οστών και των μυών και να συνθέσει μια πειστική
εικόνα της ανθρώπινης μορφής, που παραμένει ορατή ακόμα και κάτω από το
κυμάτισμα των πτυχών. Το πως χρησιμοποιούσαν τις πτυχές για να επισημάνουν τα
κύρια μέρη του σώματος, μαρτυρεί την σημασία που απέδιδαν στην γνώση της
φόρμας. Αυτή ακριβώς η ισορροπία ανάμεσα
στον σεβασμό των κανόνων και σε μια ελευθερία μέσα στα πλαίσια των κανόνων,
είναι το στοιχείο που θαύμαζαν τόσο στους Έλληνες οι επόμενες γενιές. Αυτός
είναι ο λόγος που οι καλλιτέχνες ξαναγυρίζουν κάθε τόσο στα αριστουργήματα της
ελληνικής τέχνης αναζητώντας καθοδήγηση και έμπνευση.
ο Ηνίοχος των Δελφών
Οι ανασκαφές στην Ολυμπία αποκάλυψαν πολλές από τις βάσεις
των περίφημων αυτών αγαλμάτων, αλλά τα ίδια τα αγάλματα έχουν χαθεί. Ήταν
φτιαγμένα κυρίως από χαλκό και είναι πιθανό να τα έλιωσαν τον Μεσαίωνα όταν
υπήρχε έλλειψη μετάλλων. Μόνο στους Δελφούς βρέθηκε ένα που παριστάνει έναν
ηνίοχο. Το κεφάλι είναι διαφορετικό από την γενική ιδέα που εύκολα σχηματίζει
κανείς για την ελληνική τέχνη όταν την βλέπει μόνο σε αντίγραφα. Τα μάτια που
συχνά μοιάζουν κενά και ανέκφραστα στα μαρμάρινα γλυπτά ή έχουν μείνει άδεια
στα χάλκινα κεφάλια, είναι καμωμένα από χρωματιστά πετράδια. Τα μαλλιά, τα μάτια και τα χείλη
ήταν ελαφρά επιχρυσωμένα, πράγμα που έδινε στο πρόσωπο μια αίσθηση ζεστασιάς
και χλιδής. Είναι η πειστική εικόνα ενός
ανθρώπινου πλάσματος με εξαίσια απλότητα και ομορφιά.
Ο δισκοβόλος του μύρωνα
Διασώθηκαν
πολλά αντίγραφα του Δισκοβόλου του Αθηναίου γλύπτη Μύρωνα που θα πρέπει να ανήκε
στην ίδια γενιά με τον Φειδία και μας δείχνουν τουλάχιστον μια ιδέα για το τι
ήταν το πρωτότυπο.
Η στάση είναι τόσο πειστική ώστε οι σύγχρονοι αθλητές την
χρησιμοποιούσαν για υπόδειγμα.
Παραγνώριζαν το γεγονός ότι το άγαλμα του μύρωνα δεν ήταν ένα
"καρέ" παρμένο από τα αθλητικά επίκαιρα, αλλά αρχαίο ελληνικό έργο
τέχνης. Εξετάζοντας το πιο προσεκτικά θα καταλάβουμε ότι ο γλύπτης έδωσε την
εκπληκτική εντύπωση της κίνηση εφαρμόζοντας με καινούργιο τρόπο πανάρχαιες
μεθόδους. Καταλαβαίνουμε την σχέση του με την Αιγυπτιακή παράδοση. Όπως οι
αιγύπτιοι ζωγράφοι, έτσι και ο Μύρων έχει πλάσει τον κορμό όπως τον βλέπουμε
από μπροστά και τα πόδια και τα χέρια όπως τα βλέπουμε από το πλάι. Στα δικά
του χέρια αυτή η παλιά και ξεπερασμένη συνταγή έχει γίνει κάτι εντελώς
διαφορετικό. Αντι να συνταιριάσει τις απόψεις αυτές στην αφύσικη απόδοση μιας
άκαμπτης πόζας, ζήτησε από ένα ζωντανό μοντέλο να πάρει μια παρόμοια στάση και
την προσάρμοσε με τέτοιο τρόπο ώστε να μοιάζει με πειστική παράσταση ενός
σώματος "εν κινήσει". Αν αυτό
αντιστοιχεί ή όχι στη σωστή κίνηση του Δισκοβόλου, είναι εντελώς αδιάφορο.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο Μύρων κατέκτησε την κίνηση ακριβώς όπως οι
ζωγράφοι της εποχής κατέκτησαν τον χώρο
Η κάτοψη ενός αρχαίου ελληνικού ναού
Πρόναος με δύο κίονες ανάμεσα στις παραστάδες, σηκός όπου
στηνόταν το λατρευτικό άγαλμα του θεού και οπισθόδομος με δύο και πάλι κίονες
ανάμεσα στις παραστάδες.
Το οικοδόμημα περιβάλλεται από κιονοστοιχία, την περίσταση ή
πτερό που όταν είναι απλή το οικοδόμημα ονομάζεται απλά περίπτερο, όταν είναι
διπλή δίπτερο, τριπλή τέλος τρίπτερο. Δίπτερα και τρίπτερα οικοδομήματα
απαντούν κυρίως στην Ιωνία και είναι
Ιωνικού ρυθμού. Τα οικοδομήματα που έχουν πρόναο και οπισθόδομο με δύο κίονες
ανάμεσα στις παραστάδες λέγονται διπλά 'εν παραστάσι'. Οταν όμως έχουν μόνο
πρόναο με δύο κίονες ανάμεσα στις παραστάδες και όχι οπισθόδομο τότε λέγονται
απλά "εν παραστάσι".
Ο σηκός είναι η κατοικία του αγάλματος του θεού. Δεν
τελούνται εδώ λατρευτικές πράξεις. Αυτές γίνονται στο ύπαιθρο, στο βωμό, που
συνήθως βρίσκεται απέναντι από την είσοδο του ναού και συμμετρικά σε σχέση με
αυτόν. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος για τον οποίο δεν ανοίγονταν παράθυρα στους
τοίχους του σηκού του ναού. Ετσι το φως που έφτανε στο σηκό από τη θύρα της εισόδου ήταν λιγοστό. Ωστόσο πολλοί
ναοί θα φωτίζονταν και από ένα κενρτυικό οπαίο που θα υπήρχε στη στέγη του
σηκού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου